Η Λέσχη


Οι μέρες της Έμμης κυλούσαν τώρα νεράκι, ήταν άδειες, δίχως κίνηση, αλλά τις γέμιζε κάτι γαλήνιο, ένα αίσθημα πληρότητας. Λίγο τους έμενε για να τις πει ευτυχισμένες. Πριν, ο ερωτάς της για το Μάνο δυνάστευε κάθε στιγμή της, τη γέμιζε όλο έξαρση και ταραχή, μα βγήκε απ’ τη ζωή της μονομιάς. Αν παρουσιαζόταν κάποτε η σκέψη του, ήρεμα κι απαλά την απωθούσε, όπως στοργικά εμποδίζεις κάποιον να περπατήσει μέσα σε λάσπες.

Πάνω στο συμπέρασμα πως δεν ήταν άξια για τον έρωτα τούτο ρύθμισε την καινούργια της ζωή. Στην πραγματικότητα, δεν έκανε τίποτε. Τριγύριζε στις ψηλοτάβανες κάμαρες της παλιάς έπαυλης, σέρνοντας νωχελικά τα πασουμάκια που της χάρισε ο Μπένη, έπεφτε μπρούμυτα στους μαλακούς σοφάδες πίσω απ’ τα καφασωτά και, δίχως σκέψεις και σκοτούρες, παρακολουθούσε με τις ώρες την κίνηση και τη σκόνη στην Πύλη της Δαμασκού κι άλλοτε το γέρο μπαξεβάνη να σέρνει μια σκούπα από κλαδιά χουρμαδιάς πάνω στους διάδρομους του κήπου, να τους καθαρίζει από τα ξερά φύλλα, τα ζουζούνια και τ’ αγκάθια κι ύστερα να κάνει ένα σωρό και να τα καίει.

Κάπνιζε αρωματισμένα τσιγάρα, μασούλιζε ψιλά κουφετάκια με κουκουνάρι, σιγανοτραγουδούσε παλιά βιεννέζικα ρεφραίν, έβαφε κάθε μέρα κι από άλλο χρώμα τα νύχια της, πόδια και χέρια. Μόλις έφτανε η Ρόζα, την έβαζε να ετοιμάσει το λουτρό. Της άρεσε να τη σαπουνίζουν ολόκληρη και να την ξεπλένουν κι ύστερα να την πετά η παραδουλεύτρα πάνω στο σκληρό ντιβάνι και να μαλάζει το κορμί της αργά και ηδονικά.

1_1decorline.jpg

Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι ολόψυχα δοσμένος σε μια ιδέα, ευγενικιά και δίκια, να ζει και ν’ ανασαίνει για κείνη και μόνο για κείνη, κι ωστόσο να ξεγελάει τον εαυτό του. Κάπου μέσα του, ένας άλλος δε σταματάει ποτέ να ονειρεύεται και να υπολογίζει, να χαίρεται ή να πονάει, ανεξάρτητα, σχεδόν κρυφά από κείνον, τον ιδεολόγο.

Αυτά σκεφτόμουνα κοιτάζοντας τα μούτρα μου στον καθρέφτη. Το μουστάκι μου είχε φυτρώσει πάλι, κι εκεί που πάσχιζα να δώσω κάποια συμμετρία στις άκρες του, τσάκωσα τον εαυτό μου να ρωτιέται αν έτσι, και με τα μαλλιά χτενισμένα προς τα πάνω, θα μ’ αναγνώριζε αμέσως η Έμμη. Πότε τ’ αποφάσισα να πάω; Δεν ήξερα.

Πέρασα με το νου μου όσα έκανα μέσα στ’ απόγεμα. Μπράβο! Όλα είχαν γίνει μ’ αυτό το σκοπό, χωρίς ακόμα να το ξέρω. Από νωρίς σταμάτησα τη γραφομηχανή, την ταχτοποίησα μέσα στον κρυψώνα μαζί με τις μεμβράνες και τα χαρτιά, μπήκα κάτω απ’ το ντους και τριβόμουν γερά, να ξεπετσιαστώ.

1_1decorline.jpg


 

13.jpg

Η ΛΕΣΧΗ (1-ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ) – ΣΤΡΑΤΗΣ ΤΣΙΡΚΑΣ -Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Respond to this post