…
—ΣΕ ΠΟΝΕΣΑ;
—Όχι
—Είσαι θυμωμένος μαζί μου;
—Όχι.
Ήταν αλήθεια. Εκείνη τη στιγμή όλα ήταν αλήθεια, εφόσον ζούσε τη σκηνή στην πρωτογενή της κατάσταση, χωρίς να βάζει ερωτήματα στον εαυτό του, χωρίς να προσπαθεί να καταλάβει, χωρίς καν να υποψιάζεται ότι θα υπήρχε μια μέρα κάτι πού θα έπρεπε να το καταλάβει. Όχι μόνον όλα ήταν αλήθεια, άλλα όλα ήταν πραγματικά: εκείνος, το δωμάτιο, ή Αντρέ πού παρέμενε ξαπλωμένη στο ακατάστατο κρεβάτι, γυμνή, με ανοιχτά τα σκέλη και το σκούρο εφήβαιο της απ’ οπού κυλούσε ένα νάμα από σπέρμα.
Ήταν ευτυχισμένος; Αν τον ρωτούσε κανείς θ’ απαντούσε ναι, χωρίς δισταγμό. Δεν του είχε περάσει καν απ’ το μυαλό να θυμώσει με την Αντρέ επειδή του είχε δαγκώσει το χείλος. Ήταν κι αυτό μέρος ενός συνόλου όπως και τα άλλα και, όρθιος, επίσης γυμνός, μπροστά στον καθρέφτη του λαβαμπό πίεζε ελαφρά τα χείλη του με μια πετσέτα πού την είχε βρέξει με κρύο νερό.
—Ή γυναίκα σου δεν θα σε ρωτήσει;
—Δεν νομίζω.
—Σου κάνει ερωτήσεις καμιά φορά;
Οι λέξεις δεν είχαν καμία απολύτως σημασία. Μιλούσαν για την απόλαυση να μιλούν και μόνο, όπως μιλάει κανείς μετά τον ερωτά, με το κορμί ακόμη σεδιέγερση, το κεφάλι λίγο άδειο.
—Έχεις ωραία πλάτη.
Κόκκινες κηλίδες διακοσμούσαν τώρα την πετσέτα και, από το δρόμο, ακούστηκε ένα άδειο φορτηγό πού ή καρότσα του τρανταζόταν πάνω στο καλντερίμι. Ακούγονταν οι κουβέντες των ανθρώπων πού κάθοντανστα τραπεζάκια του καφενείου. Ξεχώριζες εδώ κι εκεί κάποιες λέξεις, πού δεν σχημάτιζαν προτάσεις και δεν ήθελαν να πουν τίποτα. . .
—Μ’ αγαπάς, Τόνυ ;
—Νομίζω…
Αστειευόταν, αλλά χωρίς να γελάει, εξαιτίας του κάτω χείλους του, το οποίο συνέχιζε να το πιέζει με την υγρή πετσέτα.
—Δεν είσαι σίγουρος ;
Γύρισε και την κοίταξε. ένιωσε ευχαρίστηση πού διέκρινε αυτό το σπέρμα, το δικό του σπέρμα, να έχει αναμειχθεί τόσο μύχια με το κορμί της συντρόφου του.
Το δωμάτιο ήταν μπλε, μπλε λουλακί, είχε σκεφτεί μια μέρα’ ένα λουλακί πού του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια και τα μικρά σακουλάκια από εταμίνα γεμάτα με μπλε σκόνη πού ή μητέρα του τα διέλυε στη σκάφη της μπουγάδας πριν από το τελευταίο ξέβγαλμα των ασπρόρουχων, πριν πάει να τ’ απλώσει στα γυαλιστερά χόρτα του αγρού. Θα πρέπει να ήταν πέντε ή έξι χρονών τότε, και αναρωτιόταν τί θαύμα γινόταν και το λουλακί χρώμα μπορούσε κι έκανε τα ρούχα πιο λευκά.
Αργότερα, πολύ μετά το θάνατο της μητέρας του, το πρόσωπο της οποίας είχε αρχίσει να ξεθωριάζει στη μνήμη του, είχε αναρωτηθεί επίσης γιατί οι άνθρωποι πού ήταν τόσο φτωχοί όπως και οι ίδιοι, ντυμένοι με μπαλωμένα ρούχα, έδιναν τόση σημασία στη λευκότητα των ασπρόρουχων.
Το σκεφτόταν αυτό εκείνη τη στιγμή; Ήταν κάτι πού θα το μάθαινε πολύ αργότερα. Το μπλε του δωματίου δεν είχε μόνο το μπλε του λουλακιού, αλλά και το μπλε πού έχει δ ουρανός ορισμένα ζεστά αυγουστιάτικα δειλινά, λίγο πριν από την ώρα πού ενώ δύει ό ήλιος, τον βάφει ροζ και μετά κόκκινο.
Ήταν Αύγουστος. Δύο Αυγούστου. Προχωρημένο απόγευμα. Στις πέντε ή ώρα, χρυσά σύννεφα, ελαφρά σαν κρέμα σαντιγί, είχαν, σκεπάσει τον σιδηροδρομικό σταθμό, του οποίου ή λευκή πρόσοψη παρέμενε στη σκιά.
—Θα μπορούσες να περάσεις μαζί μου όλη σου τη ζωή;
…
ΤΟ ΜΠΛΕ ΔΩΜΑΤΙΟ - GEORGE SIMENON -Εκδόσεις ΑΓΡΑ
Μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ





